ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Π.Δ 246/06

Αριθμ.  πρωτ.  938/11                                 Αθήνα   5   Δεκέμβρη  2011
 
 
Προς
Υπουργό  Υποδομών,  Μεταφορών
  &  Δικτύων
κ.  Μάκη  Βορίδη
 
 
Υ Π Ο Μ Ν Η Μ Α
 
ΘΕΜΑ: «Προώθηση νομοθετικών ρυθμίσεων, οι οποίες αφορούν τους εργαζόμενους στα Αστικά και Υπεραστικά ΚΤΕΛ όλης της χώρας».
 
 
Κύριε Υπουργέ, 
 Σας καταθέτουμε  τις παρακάτω  αιτιολογημένες προτάσεις μας,  τις  οποίες  είχαμε  καταθέσει  και  στους  προκατόχους  σας  Υπουργούς,  με  τα  έγγραφά  μας  υπ’ αριθμ. πρωτ. 525/11/13-7-2011 (αριθμ. πρωτ. Υπουργείου 3931/15-7-2011)  και  υπ’  αριθμ.  πρωτ.  689/11/26-9-2011  (αριθμ. πρωτ. Υπουργείου 6122/27-9-2011), προκειμένου να ρυθμισθούν νομοθετικά, ώστε να διασφαλιστούν θέσεις εργασίας και να εκλείψει το φαινόμενο της εισφοροδιαφυγής. 
 
Αιτιολογία:
1. Με την πρόταση τροποποίησης του άρθρου 1 παρ. 1 του            π.δ. 246/2006 σκοπείται η επέκταση της ισχύος του στο προσωπικό που απασχολούν οι κοινοπραξίες και οι συνεταιρισμοί που ιδρύουν τα ΚΤΕΛ, καθώς και αυτό το προσωπικό εργάζεται υπό παρόμοιες συνθήκες με το προσωπικό των επιμέρους ΚΤΕΛ. Το πρόσωπο του εργοδότη είναι κατ’  ουσίαν ταυτόσημο και στις δυο περιπτώσεις, όπως όμως είναι σήμερα διατυπωμένη η διάταξη, επιτρέπει στα ΚΤΕΛ με τη σύσταση εταιρικών μορφωμάτων να απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις του έναντι ενός σημαντικού αριθμού εργαζομένων. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο μεγαλύτερος σταθμός των ΚΤΕΛ στην Ελλάδα, ο σταθμός που βρίσκεται στον Κηφισό, λειτουργεί ως κοινοπραξία όλων των ΚΤΕΛ της χώρας, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται στο προσωπικό που συνδέεται με την κοινοπραξία το π.δ. 246/2006, να μην τηρείται καμία διαδικασία για τις προσλήψεις και ασφαλώς να μην υπάρχει καμία προστασία ως προς τις απολύσεις. 
Πρόταση:
«Το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 246/2006 τροποποιείται ως εξής: 
Με τον παρόντα Κανονισμό καθορίζονται τα προσόντα πρόσληψης, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και οι υποχρεώσεις, οι πειθαρχικές ευθύνες και ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης του προσωπικού των ανωνύμων εταιριών Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ ΑΕ), των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) όλης της χώρας, των κοινοπραξιών τους καθώς και των προμηθευτικών συνεταιρισμών που οι ΚΤΕΛ ΑΕ ιδρύουν σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2δ του ν. 2963/2001». 
 
Αιτιολογία:
2.  Η τροποποίηση του άρθρου 3 παρ. α΄ του π.δ. 246/2006 κρίνεται απαραίτητη, ώστε να περιοριστεί το φαινόμενο της σύναψης αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών των ΚΤΕΛ. Με την υπάρχουσα διάταξη φαίνεται να μην υπάρχει κανένας περιορισμός στον αριθμό των ανανεώσεων, ενώ είναι επίσης γνωστό ότι τα Δικαστήρια σε πολλές περιπτώσεις έχουν κρίνει ότι δεν είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ανεξαρτήτως συνολικής διάρκειας και αριθμού ανανεώσεων, επειδή κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ, ενώ επίσης θεωρούν ότι η σαφής διάκριση του προσωπικού σε τακτικό και έκτακτο δεν επιτρέπει τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου των συμβάσεων του προσληφθέντος ως εκτάκτου προσωπικού. 
Πρόταση:
«Το άρθρο 3 περ. α του π.δ. 246/2006 τροποποιείται ως εξής: 
Το προσωπικό των ΚΤΕΛ διακρίνεται σε έκτακτο και τακτικό. 
α. Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για εκτέλεση εποχικής ή έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας, η διάρκεια της οποίας δε μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες. Εφόσον, η  σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανανεωθεί δυο φορές, τεκμαίρεται ότι με αυτή επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης, με συνέπεια τη μετατροπή της σε σύμβαση  εργασίας αορίστου χρόνου.  
Η ρύθμιση αυτή αφορά και σε συμβάσεις που έχουν συναφθεί προ της θέσης σε ισχύ της παρούσας και καταλαμβάνει και τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των Δικαστηρίων, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί αμετάκλητες αποφάσεις.  
Οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν τη σύναψη ή την ανανέωση σύμβασης ορισμένου χρόνου καθώς και την συγκεκριμένη διάρκειά τους πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται απαραιτήτως εγγράφως και κατατίθεται στην Επιθεώρηση Εργασίας εντός οκτώ ημερών από την κατάρτισή της». 
 
Αιτιολογία:
3.  Η τροποποίηση της περ. αα του εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 του π.δ. 246/2006 προτείνεται προκειμένου να εξαλειφθεί το φαινόμενο της καταχρηστικής επίκλησης εκ μέρους των ΚΤΕΛ ακυρότητας των συμβάσεων εργαζομένων, οι οποίοι είτε έχουν προσκομίσει πιστοποιητικό υγείας και αυτό δεν υπάρχει στο φάκελό τους για λόγους που ανάγονται στα ΚΤΕΛ, είτε δεν έχουν προσκομίσει πιστοποιητικό υγείας, επειδή ουδέποτε ενημερώθηκαν ότι έχουν τέτοια υποχρέωση. Με την προτεινόμενη ρύθμιση τυποποιείται η διαδικασία υποβολής του πιστοποιητικού και επάγεται στα ΚΤΕΛ η υποχρέωση γνωστοποίησης στους εργαζόμενους της σχετικής υποχρέωσής τους με έγγραφη πρόσκληση, υποχρέωση η οποία απορρέει προεχόντως από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Με αυτόν τον τρόπο θα αποσοβηθεί ο κίνδυνος ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας, την οποία σήμερα τα ΚΤΕΛ επικαλούνται κατά το δοκούν ακόμα και έναντι εργαζομένων οι οποίοι έχουν εργαστεί επί 10, 20 ή και 30 χρόνια, προκειμένου να πετύχουν απομάκρυνση του εργαζόμενου χωρίς τις εγγυήσεις που θέτει ο Κανονισμός, και όχι βέβαια για να αποφύγουν την απασχόληση όσων δεν διαθέτουν πραγματικά τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις υγείας.   
Πρόταση:
Η περ. αα του εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 του π.δ. 246/06 αντικαθίσταται ως εξής: 
Να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται. Ειδικά για τους οδηγούς απαιτείται η προσκόμιση σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί προ έξι μηνών το μέγιστο. 
Η σχετική καταλληλότητα πιστοποιείται από ιατρούς του ΙΚΑ ή από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με τις υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Π.Α. σύμφωνα με τα ισχύοντα κάθε περίπτωση. 
Το ιατρικό πιστοποιητικό μπορεί να προσκομισθεί κατά την πρόσληψη ή και μεταγενέστερα, κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, το αργότερο πάντως εντός 20 ημερών από τότε που το ΚΤΕΛ, εγγράφως και με απόδειξη παραλαβής, κάλεσε τον εργαζόμενο να εκπληρώσει την σχετική υποχρέωσή του, οπότε η σύμβαση εργασίας θεωρείται εξ αρχής έγκυρη. Παράλειψη του οδηγού να προσκομίσει το ιατρικό πιστοποιητικό, δεν επιδρά στο κύρος της σύμβασης εάν δεν έχει κληθεί προς τούτο από το ΚΤΕΛ κατά τα ανωτέρω. 
Η παρούσα ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ενεργές, κατά τη θέση της σε ισχύ, συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας, αυτές οι οποίες έχουν καταγγελθεί κατά το τρίμηνο πριν τη θέση της σε ισχύ καθώς και εκείνες οι οποίες καταγγέλθηκαν και έχουν ανοιγεί δίκες για τη διάγνωση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς ακόμα να έχουν καταστεί αμετάκλητες οι δικαστικές αποφάσεις».
 
Αιτιολογία:
4. Με την προτεινόμενη τροποποίηση της παρ. 6 του άρθρου 6 του π.δ. 246/2006 επιδιώκεται η μείωση της περιόδου δοκιμασίας σε 11 μήνες συνολικά (8+3), έναντι 15 (12+3) που ισχύει σήμερα, διότι η περίοδος των 11 μηνών είναι διάστημα υπεραρκετό για την διάγνωση της καταλληλότητας του εργαζόμενου. Για το λόγο αυτό άλλωστε η δοκιμαστική περίοδος 6 έως 12 μηνών κατ’  ανώτατο όριο, αποτελεί τον κανόνα σε Κανονισμούς Εργασίας όλων των κατηγοριών επιχειρήσεων. Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμη η πρόβλεψη της αυτόματης ένταξης στο τακτικό προσωπικό των δοκίμων οι οποίοι δεν αξιολογήθηκαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ώστε να μην παρατείνεται ατύπως η δοκιμαστική υπηρεσία αλλά και να μην εγείρονται αμφιβολίες ως προς την τύχη της εργασιακής σχέσης, αν από αμέλεια ή για οποιοδήποτε λόγο δεν συνέρχεται το αρμόδιο για την κρίση όργανο. 
Πρόταση:
Η παρ. 6 του άρθρου 6 του π.δ. 246/2006 τροποποιείται ως εξής: 
Κάθε προσλαμβανόμενος από το ΚΤΕΛ για κάλυψη θέσης τακτικού προσωπικού προσλαμβάνεται ως δόκιμος, τοποθετείται στη θέση εργασίας για την οποία έγινε η πρόσληψη και διανύει 8μηνη δοκιμαστική περίοδο εργασίας, για να διαπιστωθεί η καταλληλότητά του. Η δοκιμαστική περίοδος δε μπορεί να παραταθεί πέραν των οκτώ μηνών σε καμία περίπτωση.
Μετά τη συμπλήρωση οκτώ (8) μηνών από την πρόσληψη, που αποτελεί τη δοκιμαστική περίοδο εργασίας, και εντός τριών (3) μηνών από τη συμπλήρωση αυτών, εκδίδεται αιτιολογημένη απόφαση για την ένταξη ή μη του δοκίμου στο τακτικό προσωπικό. Σε περίπτωση που ο δόκιμος κριθεί ακατάλληλος, η σύμβαση δεν οριστικοποιείται και η συμβατική σχέση παύει να υφίσταται. Σε περίπτωση που δεν εκφερθεί κρίση του ΔΣ του ΚΤΕΛ κατά το ανωτέρω διάστημα, λογίζεται ότι η δοκιμαστική υπηρεσία έχει διανυθεί ευδόκιμα και ο  δόκιμος εντάσσεται αυτόματα στο τακτικό προσωπικό. Η λήξη της συμβατικής σχέσης δοκίμου προσωπικού δύναται να γίνει και προ της συμπληρώσεως της 8μηνης δοκιμαστικής περιόδου, εφόσον τεκμηριωμένα κριθεί η ακαταλληλότητά του».  
 
Αιτιολογία:
5. Υπό την ισχύ του π.δ. 229/1994 προβλέπονταν διαδικασία πρόσληψης με επιλογή, η οποία δεν τηρήθηκε ποτέ από κανένα ΚΤΕΛ, με αποτέλεσμα να πάσχουν ακυρότητα όλες οι συμβάσεις εργασίας που είχαν συναφθεί υπό την ισχύ του. Ήδη με το π.δ. 246/2006 έχει απαλειφθεί η υποχρέωση τήρησης διαδικασίας επιλογής με αποτέλεσμα να έχει αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα, μόνο όμως για όσους έχουν προσληφθεί μετά τη θέση σε ισχύ του τελευταίου π.δ. Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιδιώκεται η επέκταση των ισχυουσών ρυθμίσεων και στο προσωπικό που είχε προσληφθεί πριν τη θέση του σε ισχύ, διότι η εγκυρότητα των συμβάσεων θα πρέπει να κρίνεται με τρόπο ενιαίο για όλο το προσωπικό. Σε διαφορετική περίπτωση καταλήγουμε σε ανεπιεική αποτελέσματα, να θεωρούνται δηλαδή άκυρες οι συμβάσεις εργαζομένων οι οποίοι διαθέτουν όλα τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα πρόσληψης.
Πρόταση: 
Στο άρθρο 6 του π.δ. 246/2006 προστίθεται παρ. 8 ως εξής: 
Συμβάσεις εργασίας για την εγκυρότητα των οποίων απαιτούνταν η τήρηση διαδικασίας επιλογής θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες εάν οι εργαζόμενοι κατέχουν τα γενικά και ειδικά προσόντα της θέσης τους. Έγκυρες επίσης θεωρούνται οι ενεργές, κατά τη θέση σε ισχύ της παρούσας ρύθμισης, συμβάσεις εργαζομένων οι οποίοι προσλήφθηκαν απευθείας από το Πρόεδρο του ΔΣ ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του οικείου ΚΤΕΛ, εφόσον διαθέτουν τα γενικά και ειδικά προσόντα της θέσης τους. Σε περίπτωση που το υπηρετούν προσωπικό έχει προσληφθεί από μη εξουσιοδοτημένο μέλος της Διοίκησης των ΚΤΕΛ, η πάροδος διμήνου από την πρόσληψη, χωρίς διατύπωση εναντίωσης εκ μέρους του ΚΤΕΛ, καθιστά έγκυρη την πρόσληψη». 
 
Αιτιολογία:
6. Με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 8 παρ. 3 εντάσσεται στο προεδρικό διάταγμα 246/2006, μια ρύθμιση η οποία αποτελεί ήδη περιεχόμενο της από 22.2.2007 κλαδικής ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των ΚΤΕΛ. Η σημαντική διαφοροποίηση που έχει επέλθει με την ανωτέρω ΣΣΕ είναι ότι η μετάθεση εκτός νομού, μπορεί να γίνει μόνο μετά από αίτηση του εργαζόμενου. 
 
Πρόταση:
«Η παρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ. 246/2006 τροποποιείται ως εξής: 
Με απόφαση του ΔΣ εκάστου ΚΤΕΛ διενεργείται μετάθεση του προσωπικού σε νέο χώρο ή τόπο εργασίας εντός των ορίων του νομού στον οποίο υπηρετεί ο εργαζόμενος, εφόσον οι λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ το επιβάλλουν. Μετάθεση εκτός των ορίων του Νομού επιτρέπεται μόνο κατόπιν αιτήσεως του εργαζόμενου. Σε περίπτωση μετάθεσης εντός των ορίων του νομού λόγω λειτουργικών αναγκών, δεν επιτρέπεται νέα μετάθεση, πριν από την παρέλευση ενός έτους, εκτός εάν αιτηθεί τούτο ο εργαζόμενος και συντρέχουν ειδικοί λόγοι στο πρόσωπό του που επιβάλλουν τη νέα μετάθεση». 
 
Αιτιολογία:
7. Η παρ. 4 του άρθρου 11 του π.δ. 246/2006 έχει διευρύνει ανεπίτρεπτα, κατά προφανή παρέκκλιση όσων ορίζονται σχετικά στον Αστικό Κώδικα (ΑΚ 659), το δικαίωμα του εργοδότη και την αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη για παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης. Ειδικότερα, μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιερώνει γενική υποχρέωση του εργαζόμενου για παροχή εργασίας άλλης, ακόμα και υποδεέστερης, από αυτήν για την οποία προσλήφθηκε, σε μόνιμη βάση και χωρίς πρόσθετη αμοιβή. Η εφαρμογή της ρύθμισης, όπως ισχύει, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με όσα ορίζονται στο άρθρο 10 του π.δ. 246/2006, όπου προβλέπονται ρητά και περιοριστικά τα καθήκοντα κάθε ειδικότητας, ενώ επίσης δεν μπορεί με διάταξη προεδρικού διατάγματος να καταργηθεί η διάταξη του Αστικού Κώδικα, η οποία προσδίδει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στη υποχρέωση του εργαζόμενου για παροχή πρόσθετης εργασίας, για την οποία άλλωστε ρητά προβλέπει πρόσθετη αμοιβή. Για το λόγο αυτό προτείνουμε την κατάργηση της σχετικής διάταξης ή εναλλακτικά την ακόλουθη διατύπωση: 
Πρόταση:
«Η παράγραφος του άρθρου 11 παρ. 4 του π.δ. 246/2006 καταργείται. 
Άλλως τροποποιείται ως εξής: 
Αν παρουσιαστεί έκτακτη ανάγκη για εργασία που δεν περιλαμβάνεται στα καθήκοντα της θέσης του, ο εργαζόμενος υποχρεούται να την παράσχει, αν είναι σε θέση, δικαιούμενος σε αυτή την περίπτωση αμοιβή για την πρόσθετη εργασία του». 
 
Αιτιολογία:
8. Με την προτεινόμενη τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 17 επιδιώκεται ο εξορθολογισμός της άσκησης της πειθαρχικής εξουσίας από τα ΚΤΕΛ, μιας και η υπάρχουσα ρύθμιση, η οποία προβλέπει ότι τα πρόστιμα που επιβάλλονται στους εργαζόμενους αποτελεί έσοδο του ΚΤΕΛ, έχει μετατρέψει τις πειθαρχικές ποινές, οι οποίες επιβάλλονται αφειδώς, σε μέσο εξοικονόμησης του μισθολογικού κόστους. Με την προτεινόμενη ρύθμιση θα εκλείψει το οικονομικό κίνητρο στην επιβολή των πειθαρχικών ποινών αλλά και θα ενισχυθεί ο Οργανισμός Εργατικής Εστίας, με προφανές το δημοσιονομικό όφελος.  
Πρόταση:
«Η παρ. 3 του άρθρου 17 του π.δ. 246/2006 τροποποιείται ως εξής: 
Το πρόστιμο υπολογίζεται επί του συνόλου των κατά το χρόνο εκδόσεως της πειθαρχικής απόφασης τακτικών αποδοχών του εργαζομένου ή του μερίσματος αντίστοιχα για τους αυτοαπασχολούμενους οδηγούς – μετόχους, τα δε εκ των προστίμων εισπραττόμενα ποσά κατατίθενται στην Τράπεζα της Ελλάδος στο όνομα και για λογαριασμό του Οργανισμού Εργατικής Εστίας, το αντίγραφο δε της κατάθεσης του ανωτέρω ποσού κοινοποιείται υποχρεωτικά στην αντιπροσωπευτικότερη Ομοσπονδία εργαζομένων του κλάδου».   
 
Αιτιολογία:
9. Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 25 του π.δ. 246/2006 κρίνεται απαραίτητη ώστε να εκλείψουν τα προβλήματα από τις έριδες που ανακύπτουν μεταξύ των πρωτοβάθμιων σωματείων ως προς τον ορισμό του εκπροσώπου των εργαζομένων, οι οποίες έχουν οδηγήσει μέχρι σήμερα σε σοβαρή αποδυνάμωση του θεσμού. Συγκεκριμένα, οι έριδες, που ανακύπτουν κυρίως ως προς την αντιπροσωπευτικότητα, έχουν πολύ συχνά ως συνέπεια την καθυστέρηση στον ορισμό εκπροσώπου, αλλά και την λειτουργία του, αν και όταν οριστεί, ως οργάνου προώθησης των σκοπών και των συμφερόντων του σωματείου που τον όρισε, εις βάρος των υπολοίπων σωματείων. 
Πρόταση:
«Το άρθρο 25 του π.δ. 246/2006 τροποποιείται ως εξής: 
Ο εκπρόσωπος των εργαζομένων στα ΚΤΕΛ των νομών της χώρας, μετά του αναπληρωτή του, ορίζεται από την αντιπροσωπευτικότερη ομοσπονδία εργαζομένων του κλάδου. Ο ορισμός του εκπροσώπου των εργαζομένων γίνεται μέχρι την 1η Δεκεμβρίου κάθε έτους και η θητεία του είναι διετής, αρχίζει δε την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους λήγει την 31η Δεκεμβρίου του δεύτερου έτους από τον ορισμό του. Μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας ρύθμισης ορίζεται εκ νέου ο εκπρόσωπος των εργαζομένων». 
 
Αιτιολογία:
10. Έχει παρατηρηθεί σε πολλές περιπτώσεις ότι τα ΚΤΕΛ επιχειρούν να παρακάμψουν την εργατική νομοθεσία, χαρακτηρίζοντας ως πράκτορες εργαζόμενους οι οποίοι εργάζονται ως εκδότες εισιτηρίων υπό συνθήκες απόλυτης προσωπικής και οικονομικής εξάρτησης εντός των σταθμών. Για το λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αποσαφηνιστεί ότι πράκτορες μπορούν να είναι εκείνοι οι οποίοι εκδίδουν εισιτήρια και εισπράττουν το αντίτιμο εκτός των σταθμών υπεραστικών λεωφορείων, σε δικές τους εγκαταστάσεις.
Πρόταση:
Το εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2963/2001 τροποποιείται ως εξής: 
«…εισπράττουν τα καθορισμένα αντίτιμα εισιτηρίων και αναρτούν σε εμφανή θέση το ισχύον τιμολόγιο και τα κόμιστρα επιβατών και δεμάτων. Μπορούν επίσης να αναθέτουν την είσπραξη και σε εξουσιοδοτημένους πράκτορες, οι οποίοι όμως δε μπορούν να δραστηριοποιούνται σε περιοχές όπου υπάρχουν  σταθμοί, γραφεία και εγκαταστάσεις των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ και σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου από αυτούς. Στους σταθμούς, τα γραφεία και τις εν γένει εγκαταστάσεις των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ, η έκδοση των εισιτηρίων και η είσπραξη των αντιτίμων διενεργείται αποκλειστικά από εργαζόμενους που συνδέονται με τα οικεία ΚΤΕΛ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
 
Αιτιολογία:
11.  Λόγω της φύσης και των κινδύνων στην οδήγηση των  τουριστικών λεωφορείων και φορτηγών αυτοκινήτων θεωρούμε απαραίτητη την  ισχύ  της  διάταξης για αυτούς του ορίου ηλικίας του εδ. δ΄ της παρ. 8 του άρθρου 20 του ν. 3185/2003.
Πρόταση:
«Το  εδάφιο  δ΄ της  παρ.  8  του άρθρου 20 του ν. 3185/2003 τροποποιείται  ως  εξής: 
Το  όριο  ηλικίας  του  65ου  έτους  ηλικίας  ισχύει  και  για  τους  απασχολούμενους  ως  οδηγούς  σχολικών λεωφορείων, τουριστικών λεωφορείων και φορτηγών αυτοκινήτων». 
 
Για  την  Ο.Σ.Μ.Ε
 
Ο  Πρόεδρος                                                                                    Ο  Γεν.  Γραμματέας
 
Βασίλης  Δημητρόπουλος                                                                    Γιώργος  Τσιρίδης