ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΟ ΕΠΙΔΟΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣ/ΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

 

Αριθμ.  πρωτ.  781                                                          Αθήνα  23  Ιούλη  2013

 

 

Προς

1.        Υπουργό  Οικονομικών

2.        Υπουργό  Διοικητικής  Μεταρρύθμισης  &  Ηλεκτρονικής  Διακυβέρνησης

3.        Υπουργό  Μεταφορών  &  Υποδομών

 

Κοινοποίηση:

Γενικό  Γραμματέα  Υπουργείου  Μεταφορών



Υ Π Ο Μ Ν Η Μ Α


ΘΕΜΑ: «Παράνομη εξαίρεση του προσωπικού των δημοτικών συγκοινωνιακών επιχειρήσεων από τη χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέφθηκε για όμοιες κατηγορίες εργαζομένων με την με αρ. 2/39845/0022/28.6.2013 ΚΥΑ».

 

Κύριοι Υπουργοί,

            Η από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της ισότητας, αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση. Η παράβαση δε της ανωτέρω συνταγματικής αρχής ελέγχεται από τα Δικαστήρια. Σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας ως προς το θέμα αυτό, ο κοινός νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δύναται να ρυθμίσει κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες. Με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να προβαίνει στη σχετική ρύθμιση μέσα όμως στα όρια της αρχής της ισότητας, που αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες ή αντιθέτως, τη διαφορετική μεταχείριση των αυτών ή παρομοίων καταστάσεων (βλ. ΣτΕ 992/2004 Ολομ., 771/1997, 3587/1997, πρβλΣτΕ 3582/1996Επταμ.).

Με την με αρ.  2/39845/0022/28.6.2013 ΚΥΑ θεσπίσατε ειδική ρύθμιση, που αφορά σε ορισμένη κατηγορία προσώπων, αποκλείσθηκαν δε από την ειδική αυτή ρύθμιση πρόσωπα, τα οποία ανήκουν μεν σε άλλη κατηγορία, τελούν όμως υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες με εκείνους στους οποίους αφορά η ρύθμιση. Αποφασίσατε τη χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους υπαλλήλους των εταιριών ΟΣΕ ΑΕ, ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΑΕ, ΣΤΑΣΥ ΑΕ και ΟΣΥ ΑΕ, δεν περιλάβατε όμως στη ρύθμιση τους υπαλλήλους των κοινωφελών δημοτικών επιχειρήσεων που παρέχουν συγκοινωνιακό έργο, οι οποίοι επίσης υπέστησαν όλες τις μισθολογικές περικοπές υπαλλήλων των επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα. Ειδικότερα, δεν περιλάβατε το προσωπικό α) της Δημοτικής Επιχείρησης Συγκοινωνιών ΡΟΔΑ του Δήμου Ρόδου β) της Κοινωφελούς Επιχείρησης Κοινωνικής Αλληλεγγύης Πρόνοιας, Υγείας και Αστικής Συγκοινωνίας του Δήμου Κω Κ.Ε.Κ.Π.Α.Π.Υ.Α.Σ (πρώην «Κοινωφελής Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών Δήμου Κω») και γ) της Κοινωφελούς Επιχείρησης Αναπτύξεως Δήμου Αμαρουσίου (Κ.Ε.Α.Δ.Α).

Είναι ούτως ή άλλως προβληματικό από νομοτεχνικής πλευράς, το γεγονός ότι απαριθμήσατε ονομαστικά τις δημόσιες επιχειρήσεις οι υπάλληλοι των οποίων δικαιούνται το εν λόγω επίδομα, διότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις θα πρέπει να είναι γενικές και απρόσωπες και όχι εξατομικευμένες. Το κοινό γνώρισμα των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο εν λόγω ΚΥΑ είναι ότι αποτελούν συγκοινωνιακές επιχειρήσεις ανήκουσες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ακριβώς όπως και οι προαναφερόμενες δημοτικές επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν προσωπικό των ειδικοτήτων που απαριθμούνται στην ΚΥΑ ως δικαιούχοι του επιδόματος κατά τις εκεί διακρίσεις ως προς το ύψος του. 

Συνεπώς, κανένας λόγος διάκρισης και εξαίρεσης των εργαζομένων των ανωτέρω δημοτικών επιχειρήσεων από το πεδίο ισχύος της με αρ. 2/39845/0022/28.6.2013 ΚΥΑ δεν συντρέχει, όταν μάλιστα ήδη, όσον αφορά τη ΡΟΔΑ, από το Μάρτιο του 2013 η ίδια η Διοίκηση της δημοτικής επιχείρησης έχει αποστείλει προς το Υπουργείο Εσωτερικών αίτημα (το οποίο συγκοινοποιούμε με την παρούσα) για τον καθορισμό επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του προσωπικού της, ώστε να αποκατασταθούν σε ένα βαθμό οι μισθολογικές περικοπές των τελευταίων ετών, υποδεικνύοντας μάλιστα τις ειδικότητες του προσωπικού στις οποίες θα πρέπει να χορηγηθεί.

 Στο σημείο αυτό, θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι οι προαναφερόμενες δημοτικές επιχειρήσεις καλύπτουν εξ ιδίων τις δαπάνες λειτουργίας τους και δεν επιβαρύνουν με κανένα τρόπο τον κρατικό προϋπολογισμό. Το προσωπικό της ΡΟΔΑ  και  της  ΔΕΑΣ  Κω  μάλιστα, μέχρι την εφαρμογή των μισθολογικών περικοπών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, υπάγονταν ως προς τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας στις κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που συνήπτε κατ’  έτος η Ομοσπονδία μας για το προσωπικό των ΚΤΕΛ,  της ΡΟΔΑ  και  της  ΔΕΑΣ Κω. Παρόλο λοιπόν που οι μισθοί τους καθορίζονταν με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, ο νομοθέτης επενέβη στο περιεχόμενο των όρων αμοιβής τους. Και ενώ με το άρθρο 15 του ν. 4024/2011 παρασχέθηκε η δυνατότητα χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας σε εκείνους από τους οποίους είχαν ισοπεδωτικά περικοπεί αυτό και πολλά ακόμα επιδόματα με τις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις, ώστε να αποκατασταθεί εν μέρει το ύψος των αμοιβών τους σε ένα επίπεδο ανάλογο του είδους και των συνθηκών παροχής της εργασίας τους, αυθαίρετα και κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εξαιρέσατε το προσωπικό της ΡΟΔΑ και των υπολοίπων δημοτικών επιχειρήσεων από το πεδίο εφαρμογής της με αρ. 2/39845/0022/28.6.2013 ΚΥΑ.

Μετά τα ανωτέρω, πιστεύουμε ότι έχει γίνει αντιληπτή από μέρους σας η ανάγκη άμεσης αναθεώρησης της προαναφερόμενης ΚΥΑ ώστε να περιληφθούν στο πεδίο ισχύος της και οι εργαζόμενοι των δημοτικών επιχειρήσεων ΡΟΔΑ, Κ.Ε.Κ.Π.Α.Π.Υ.Α.Σ και Κ.Ε.Α.Δ.Α. Αναμένουμε άμεσα τις δικές σας ενέργειες, ώστε να αποκατασταθεί αυτή η αδικία, η οποία συν τοις άλλοις, δίνει την εντύπωση ότι η γεωγραφική απόσταση από τα κέντρα λήψης αποφάσεων καθιστά όσους ζουν και εργάζονται σε  απομακρυσμένες περιοχές, πολίτες δεύτερης κατηγορίας.   

 

                                           Για την Ο.Σ.Μ.Ε

 

     Ο Πρόεδρος                                                                 Ο  Γεν.   Γραμματέας

 

Θεμιστοκλής  Αμπλάς                                                      Κων/νος  Νικολακόπουλος