ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΣΜΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΜΕΔ

Αριθμ.  πρωτ.  2261                           Αθήνα  16  Οκτώβρη  2014

 

 

Προς

  1. Υπουργό  Εργασίας
  2. Υπουργό  Οικονομικών
  3. Υπουργό  Δικαιοσύνης

 

 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

 

ΘΕΜΑ:  «Άμεση  απόσυρση  της  τροπολογίας  για  τον  Οργανισμό Μεσολάβησης  και  Διαιτησίας  (ΟΜΕΔ)»

 

Θέσεις ΟΣΜΕ σχετικά με την τροπολογία για τη μεσολάβηση – διαιτησία ενώπιον του ΟΜΕΔ

 

 

            Με την με αρ. 2307/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε αντισυνταγματική και ως εκ τούτου άκυρη η μεταβολή που επήλθε στο σύστημα μεσολάβησης και διαιτησίας με την με αρ. 6/2012 ΠΥΣ. Και ενώ η Κυβέρνηση θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση και να επαναφέρει το καθεστώς του ν. 1876/1990, με τροπολογία που κατέθεσε η Κυβέρνηση, επανέρχεται μεν το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, αλλοιώνονται όμως βασικοί παράμετροι της λειτουργίας του συστήματος μεσολάβησης – διαιτησίας του ν. 1876. Ενός συστήματος που είχε δοκιμαστεί επιτυχώς στην πράξη για περισσότερα από 20 χρόνια.

Ο ν. 1876/90 ήταν προϊόν της ωρίμανσης των πολιτικών δυνάμεων και των κοινωνικών συνομιλητών, και αποτελεί το μοναδικό, εκτός εκείνου που αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση, νομοθέτημα που ψηφίστηκε ομόφωνα από το Ελληνικό Κοινοβούλιο μετά από εισήγηση της Οικουμενικής Κυβέρνησης. Με το νόμο αυτό, αντικαταστάθηκε το μέχρι τότε σύστημα επίλυσης συλλογικών διαφορών του  ν. 3239/1955, το οποίο, ως δημιούργημα του μετεμφυλιακού κράτους, αποτελούσε εκδήλωση της τάσης της κρατικής εξουσίας να κηδεμονεύει κάθε τομέα έκφρασης της κοινωνικής ζωής και κυρίως την οικονομική οργάνωσή της.

Με την κατατεθείσα τροπολογία επανέρχεται δραστικά ο κρατικός έλεγχος στο σύστημα επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας. Ενώ σύμφωνα με το ν. 1876/1990, η μεσολάβηση – διαιτησία διεξάγονταν από ανεξάρτητους μεσολαβητές – διαιτητές, με αποδεδειγμένη εμπειρία σε θέματα εργασιακών σχέσεων, επιλεγμένους από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΜΕΔ, με την τροπολογία προβλέπεται δεύτερος βαθμός κρίσης των διαιτητικών αποφάσεων από Πενταμελή Δευτεροβάθμια Επιτροπή Διαιτησίας στην οποία πλειοψηφούν κρατικοί λειτουργοί (δυο ανώτατοι δικαστές και ένας Σύμβουλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους).

Η αποφασιστική αρμοδιότητα κρατικών λειτουργών στην επίλυση συλλογικών διαφορών εργασίας είναι τελείως ξένη προς το σύστημα των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων που καθιερώνει ο ν. 1876/1990. Υπενθυμίζουμε ότι ο ΟΜΕΔ, βάσει του ν. 1876/1990 και του Κανονισμού του (π.δ. 198/1990), λειτουργεί μέχρι σήμερα εντελώς ανεξάρτητα από την κρατική εξουσία. Στο επταμελές Διοικητικό του Συμβούλιο συμμετέχουν εκπρόσωποι της ΓΣΕΕ και των μεγαλύτερων εργοδοτικών οργανώσεων και προεδρεύει πρόσωπο εγνωσμένου κύρους στα θέματα εργασιακών σχέσεων, το οποίο επιλέγεται ομόφωνα από τους εκπροσώπους της ΓΣΕΕ και των εργοδοτικών οργανώσεων. Στο ΔΣ συμμετέχει εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας μόνο ως παρατηρητής και χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Και ενώ η συνολική λειτουργία του ΟΜΕΔ έχει δομηθεί στη λογική της ανεξαρτησίας από την κρατική εξουσία και του ελέγχου της αποκλειστικά και μόνο από τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των κοινωνικών εταίρων, με την πρόβλεψη δευτεροβάθμιας κρίσης από κρατικούς λειτουργούς, ακυρώνεται πλήρως η ανεξαρτησία αλλά και η λειτουργικότητα του συστήματος διαιτησίας. Διότι η δικαιοδοτική λειτουργία την οποία μπορούν να επιτελέσουν οι δικαστές και ο νομικός σύμβουλος του κράτους είναι εντελώς άσχετη με τα κριτήρια επίλυσης μιας συλλογικής διαφοράς συμφερόντων. Με άλλα λόγια, σε μια διαδικασία διαιτησίας, δεν εφαρμόζονται κανόνες δικαίου, αλλά επιδιώκεται η εξισορρόπηση αντιτιθέμενων συμφερόντων μέσω διαπραγματεύσεων. Ο διαιτητής επομένως καλείται να επιτελέσει ένα ρόλο πολύπλευρο και να μπορεί να αντιληφθεί όλες τις συνιστώσες (οικονομικές, κοινωνικές) της διαφοράς που άγεται ενώπιόν του, και όχι απλώς να εφαρμόσει κανόνες δικαίου.

Το σύστημα που θα διαμορφωθεί σε περίπτωση που ψηφισθεί η τροπολογία ως έχει, αναμφίβολα θα  οδηγήσει σε «διοικητικοποίηση» της επίλυσης των συλλογικών διαφορών, η οποία προσομοιάζει εν πολλοίς με την διοικητική διαιτησία που  καθιέρωνε ο ν. 3239/1955. Η πρόβλεψη δευτεροβάθμιας Επιτροπής Διαιτησίας, στην οποία πλειοψηφούν κρατικοί λειτουργοί αποτελεί προφανώς το μέσο εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής στις συλλογικές διαφορές εργασίας, με αποτέλεσμα την κατάργηση της συλλογικής αυτονομίας που το Σύνταγμα προβλέπει.

Ο στόχος άλλωστε της πλήρους κατάληψης των όρων εργασίας από την κυβερνητική πολιτική καθίσταται εμφανής και με μια άλλη ρύθμιση της εν λόγω τροπολογίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της τροπολογίας για το άρθρο 16 παρ. 6 του ν. 1876/1990, οι όροι της διαιτητικής απόφασης «δε μπορούν να έρχονται σε αντίθεση ή να τροποποιούν προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας». 

Σύμφωνα όμως με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, «Οροι  εργασίας  συλλογικών   συμβάσεων   εργασίας,   που   είναι ευνοϊκότεροι  για  τους  εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν  πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια». Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κομβικής διάταξης ρύθμιση για το δίκαιο των συλλογικών εργασιακών σχέσεων στη χώρα μας, καθιερώνεται η αρχή της προστασίας στη συσχέτιση του κρατικού δικαίου με τις ΣΣΕ, σε αρμονία με όσα και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικά με το ρυθμιστικό χώρο που καταλείπεται στους κοινωνικούς εταίρους για τη ρύθμιση των όρων εργασίας. Σκοπός του κρατικού δικαίου είναι να διασφαλίσει στον εργαζόμενο ένα κατώτατο όριο προστασίας. Παράβαση του κατωτάτου ορίου δεν επιτρέπεται, ενώ βελτίωση της προστασίας αυτής υπέρ των εργαζομένων είναι δυνατή. Με τον τρόπο αυτό, οι κανόνες της εργατικής νομοθεσίας περιέχουν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο υπέρ των εργαζομένων, με την εξαίρεση περιορισμένων μόνο ρυθμίσεων που είναι αμφιμερώς αναγκαστικού χαρακτήρα. 

Ως εκ τούτου, το προαναφερόμενο σημείο της τροπολογίας είναι ακατανόητο και σε κάθε περίπτωση άστοχα διατυπωμένο. Οι εργαζόμενοι δικαιούνται να διεκδικούν τη βελτίωση των όρων εργασίας σε επίπεδα ανώτερα από τα ελάχιστα κατώτατα όρια προστασίας που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, σύμφωνα με το δικαίωμα που το ίδιο το Σύνταγμα απονέμει. Τυχόν ψήφιση της τροπολογίας με αυτό το περιεχόμενο είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε κρίση περί αντισυνταγματικότητάς της. 

Δε μπορούμε επίσης να μην επισημάνουμε το γεγονός ότι ενώ η Κυβέρνηση ευαγγελίζεται την επιτάχυνση και τον εξορθολογισμό όλων των διαδικασιών, ειδικά σε ό, τι αφορά τη διαιτησία, προσθέτει ένα νέο στάδιο στη διαδικασία και ένα νέο όργανο (τη Δευτεροβάθμια Πενταμελή Επιτροπή Διαιτησίας), το οποίο επιβαρύνει με λειτουργικά κόστη και αμοιβές το δημόσιο προϋπολογισμό. 

Ένα άλλο σοβαρό θέμα που τίθεται με την εν λόγω τροπολογία είναι η πρόβλεψη υποχρέωσης αναφοράς σε κάθε ΔΑ του περιεχομένου όλων των κανονιστικών όρων των προηγουμένων ΣΣΕ και ΔΑ που διατηρούνται σε ισχύ. Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι μέχρι σήμερα επικρατούσε «ακαταστασία και ασάφεια» στις διαιτητικές αποφάσεις από τις λεγόμενες «διατηρητικές ρήτρες», με τις οποίες συνήθως ορίζεται ότι διατηρείται σε ισχύ ότι δεν καταργείται ρητά με την τρέχουσα ρύθμιση. Εκτίθεται μάλιστα στην αιτιολογική έκθεση ότι με την αναφορά των προηγουμένων ρυθμίσεων στο κείμενο της εκάστοτε εκδιδόμενης διαιτητικές αποφάσεις, θα γίνονται και «φραστικές  ή άλλες προσαρμογές που θα έχουν γίνει αναγκαίες λόγω αλλαγής των συνθηκών». Αυτό το οποίο θα συμβεί στην πράξη είναι ότι κάθε έτος, τα μέρη θα πρέπει να διαπραγματεύονται εξ αρχής κάθε επιμέρους ρύθμιση, διότι οι «φραστικές ή άλλες προσαρμογές λόγω αλλαγής των συνθηκών» είναι πολύ πιθανό στις περισσότερες των περιπτώσεων να εγείρουν ουσιαστικά ζητήματα ως προς το περιεχόμενο των ρυθμίσεων. Αναρωτιέται κανείς ποιος είναι ο πραγματικός λόγος για την καθιέρωση μιας τέτοιας ρύθμισης, όταν, όπως είναι γνωστό σε όλους όσους ασχολούνται με το εργατικό δίκαιο, όλες ανεξαιρέτως οι ΣΣΕ και ΔΑ δημοσιεύονται στο Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας, το οποίο εκδίδεται συνεχώς από το 1945 και είναι διαθέσιμο στις νομικές βιβλιοθήκες. Εάν υπάρχει πράγματι ασάφεια ως προς τις εφαρμοζόμενες ρυθμίσεις, πρώτοι οι συμβαλλόμενοι μπορούν να περιλάβουν κωδικοποιημένες τις προηγούμενες διατάξεις που διατηρούνται σε ισχύ, ώστε να διευκολυνθούν στην εφαρμογή τους. Η υποχρέωση όμως που επάγεται με την τροπολογία για συνεχή αναφορά των προηγουμένων ρυθμίσεων, οι οποίες χάνουν οποιαδήποτε ισχύ σε περίπτωση που δεν περιληφθούν στο εκάστοτε ισχύουν κείμενο ΣΣΕ ή ΔΑ, είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει, λόγω αναπόφευκτων αβλεψιών,  στην αθέλητη εξάλειψη ρυθμίσεων, αλλά και θα διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς διότι κάθε φορά θα έρχονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και όλες οι προηγούμενες ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα τη σοβαρή δυσχέρανση της διαδικασίας και τη δημιουργία περαιτέρω προσκομμάτων στην επίτευξη συμφωνίας.  

Αναφερόμαστε συμπληρωματικά σε όσα έχει επισημάνει σχετικά με την εν λόγω τροπολογία η ΓΣΕΕ στην από 14.10.2014 επιστολή της προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, και ζητούμε  την  άμεση  απόσυρση  της  συγκεκριμένης  τροπολογίας  και  την διατήρηση του καθεστώτος του ν. 1876/1990 ως είχε πριν την τροποποίησή του με την με αρ. 6.2012 ΠΥΣ, σε συμμόρφωση με όσα έχει κρίνει το Συμβούλιο Επικρατείας με την με αρ. 2307/2014 απόφαση. 

 
 
  Για την Ο.Σ.Μ.Ε
 
Ο  Πρόεδρος                                                    Ο Γεν. Γραμματέας
 
Θεμιστοκλής  Αμπλάς                   Κων/νος  Νικολακόπουλος

  

Κοινοποίηση:

  1.  Γραφείο  Πρωθυπουργού
  2. Αντιπρόεδρο  Κυβέρνησης
  3. Υφυπουργό  Εργασίας
  4. Διευθύντρια  Κεντρικής  Υπηρεσίας  ΣΕΠΕ
  5. Κοινοβουλευτικές  Ομάδες  Κομμάτων
  6. Διοίκηση  ΟΜΕΔ
  7. ΓΣΕΕ
  8. ΕΚΑ