Δελτίο Τύπου - Επιστολή ΓΣΕΕ προς Υπουργούς Εργασίας-Οικονομικών-Δικαιοσύνης και προς Έλληνες Βουλευτές και Ευρωβουλευτές

Η ΓΣΕΕ με επείγουσα επιστολή της προς τους Υπουργούς Εργασίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης αλλά και στο σύνολο των Ελλήνων βουλευτών και Ευρωβουλευτών ζητά την άμεση απόσυρση της τροπολογίας για τον ΟΜΕΔ και τη ριζική τροποποίησή της, στην ουσία δηλαδή τη συμμόρφωση της κυβέρνησης με την πρόσφατη απόφαση 2307/14 του ΣτΕ.

 

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

 

Σας επισυνάπτουμε την επιστολή προς τους συναρμόδιους υπουργούς ενώ ανάλογη έχει αποσταλεί ηλεκτρονικά και στους  Έλληνες βουλευτές και Ευρωβουλευτές.

 

ΠΡΟΣ

·        τον Υπουργό Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας

     κ. Ιωάννη Βρούτση

·        τον Υπουργό Οικονομικών

κ. Γκίκα Χαρδούβελη

·        τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

κ.  Χαράλαμπο Αθανασίου

  

Θέμα: ¶μεση απόσυρση της τροπολογίας

για τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ)

 

Θέσεις της ΓΣΕΕ σχετικά με την κατατεθείσα τροπολογία για τον ΟΜΕΔ

(Τροπολογία επί του σχεδίου νόμου με τίτλο «κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου  «Επείγουσα ρύθμιση για την αναπλήρωση του Γενικύ Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, λόγω πρόωρης λήξης της θητείας του (Α 136) και άλλες διατάξεις» )

Διαδικαστικά ζητήματα μεσολάβησης και διαιτησίας συλλογικών διαφορών εργασίας 

            Η Κυβέρνηση με τροπολογία που κατέθεσε στη Βουλή επιχειρεί να απονεκρώσει τη διαιτησία του ΟΜΕΔ, θέτοντας σοβαρά διαδικαστικά και ουσιαστικά εμπόδια στη λειτουργία της. Με τον τρόπο αυτό παραβιάζει ωμά, μεταξύ άλλων, και την απόφαση 2307/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δικαίωσε τη ΓΣΕΕ στο ζήτημα της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία και της δυνατότητας του διαιτητή να ρυθμίζει απρόσκοπτα το σύνολο των όρων εργασίας, που είχαν  καταργήσει οι ακυρωθείσες διατάξεις  (άρθρο 3 παρ. 1,2 και 4)  της ΠΥΣ 6/2012.

Με την τροπολογία επέρχονται καίρια χτυπήματα και ορθώνονται νέα διαδικαστικά και λειτουργικά  εμπόδια στη διαιτησία του ΟΜΕΔ, η οποία με τις συνθήκες που θα διαμορφωθούν δεν θα μπορεί να επιτελέσει το ρόλο της ως επικουρικού μηχανισμού στήριξης της συλλογικής αυτονομίας ούτε να εξασφαλίσει την ύπαρξη συλλογικών ρυθμίσεων. Με τον τρόπο αυτό  η συλλογική αυτονομία που προστατεύει το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος δέχεται ένα ακόμη πλήγμα .

 Τα κύρια σημεία της  τροπολογίας είναι , μεταξύ άλλων:

            α) Η υποχρέωση αναφοράς στη διαιτητική απόφαση του περιεχομένου  των  κανονιστικών όρων άλλων συλλογικών συμβάσεων, που διατηρούνται σε ισχύ. Με τον τρόπο αυτό τίθενται ανυπέρβλητα προσκόμματα στη διατύπωση των «διατηρητικών ρητρών», που στερεότυπα αναφέρονται στις συλλογικές ρυθμίσεις, βάσει των οποίων τα μέρη της συλλογικής διαφοράς  «κτίζουν» στους ήδη διαμορφωμένους όρους εργασίας και όχι σε κενό και από μηδενική βάση. Η ίδια υποχρέωση τίθεται και για την πρόταση του μεσολαβητή

 

β) Η υποχρέωση του διαιτητή ή της Επιτροπής Διαιτησίας να λαμβάνει  υπόψη επιπλέον στοιχεία, όπως την πρόοδο στη μείωση του κενού ανταγωνιστικότητας και στη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας καθώς και στοιχεία για τα οποία δεν υπάρχουν αξιόπιστες μελέτες και μετρήσεις (όπως για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας και την οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων της παραγωγικής δραστηριότητας).  Με την επιβολή, με την προωθούμενη τροπολογία, υποχρέωσης λήψης υπόψη των στοιχείων  που αναφέρονται παραπάνω υπάρχει κίνδυνος να υπάρξει διεύρυνση των ορίων του δικαστικού ελέγχου των διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες, ενδεχομένως, θα προσβάλλονται δικαστικά και για τυχόν ελλείψεις των παραπάνω στοιχείων.

 

γ) Προβλέπεται η συγκρότηση  Πενταμελούς Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Διαιτησίας, η οποία θα κρίνει εφέσεις κατά των διαιτητικών αποφάσεων, των οποίων η εκτελεστότητα θα αναστέλλεται μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης. Επανερχόμαστε έτσι σε ένα σύστημα που προσομοιάζει με το προγενέστερο του Ν. 1876/1990 καθεστώς. Με τη ρύθμιση αυτή, κάμπτεται, αυτόματα, η άμεση εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης και η επέλευση των συνεπειών της, ενώ καθιερώνεται ένα νέο στάδιο  κρίσης, από όργανο, στο οποίο την πλειοψηφία έχουν ανώτατοι δικαστές και σύμβουλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (η επιτροπή απαρτίζεται από δύο διαιτητές του ΟΜΕΔ, δύο ανώτατους δικαστές , έναν του ΣτΕ και έναν του Αρείου Πάγου καθώς και έναν Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους)

 

δ) Στην περίπτωση των διαιτητικών αποφάσεων που κρίνονται από τη δευτεροβάθμια επιτροπή διαιτησίας, ο δικαστικός έλεγχος που τυχόν ακολουθήσει στερείται του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αφού οι σχετικές αγωγές κατά του κύρους τους ασκούνται  ενώπιον του Εφετείου και όχι του Πρωτοδικείου. Παρακάμπτεται με τον τρόπο αυτό ο πρώτος βαθμός δικαιοδοσίας και παραβιάζεται το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος για  παροχή έννομης δικαστικής εξουσίας.

 

ε) Οι όροι που ρυθμίζει η διαιτητική απόφαση απαγορεύεται να έρχονται σε αντίθεση ή να τροποποιούν διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Η γενικότητα της διάταξης είναι πιθανό ότι θα  προκαλέσει προβλήματα σε σχέση με τη θεμελιώδη  αρχή της επικουρικότητας της κρατικής ρύθμισης και τη δυνατότητα των μερών να συνομολογούν όρους εργασίας ευνοϊκότερους από αυτούς που ρυθμίζει ο νομοθέτης. Επιπλέον, περιορίζεται  η ευχέρεια των διαιτητών να μην εφαρμόζουν προφανώς αντισυνταγματικές διατάξεις, δυνατότητα που έχει και ο τελευταίος δημόσιος υπάλληλος, σύμφωνα με το Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα.

 

στ) Η προωθούμενη τροπολογία καταλαμβάνει και εκκρεμείς καθώς και περατωμένες υποθέσεις. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι προσδίδεται στις νέες ρυθμίσεις, ανεπίτρεπτα,  αναδρομική ισχύς , ώστε το νέο δίκαιο να ισχύσει και για προσφυγές που έχουν κατατεθεί στον ΟΜΕΔ και δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση διαιτησίας καθώς και για υποθέσεις που έχουν περατωθεί, έχουν δηλαδή εκδοθεί και κοινοποιηθεί αποφάσεις διαιτησίας , μετά την έκδοση της απόφασης 2307/2014 της Ολομέλειας του ΣτΕ. Στις υποθέσεις αυτές η προθεσμία έφεσης ενώπιον της πενταμελούς επιτροπής Διαιτησίας αρχίζει 10 ημέρες μετά τη δημοσίευση του νέου νόμου.

 

Επαναλαμβάνουμε με έμφαση ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει σαφή υποχρέωση συμμόρφωσης με το περιεχόμενο της απόφασης 2307/2014 του ΣτΕ. Υποχρεούται δηλαδή να επιτρέψει στη διαιτησία του ΟΜΕΔ να επιτελέσει ελεύθερα και χωρίς  εμπόδια τη λειτουργία της, εξασφαλίζοντας την ύπαρξη συλλογικών ρυθμίσεων και τη ρύθμιση του συνόλου των όρων αμοιβής και εργασίας.  Με την επίμαχη τροπολογία, ακόμη μια φορά, η κυβέρνηση καταπατά τις πιο πάνω υποχρεώσεις της μαζί και το Σύνταγμα της χώρας, θέτοντας σοβαρά εμπόδια στη λειτουργία της διαιτησίας και πλήττοντας την αποτελεσματική λειτουργία της και την μέσω αυτής διασφάλιση της βιοποριστικής λειτουργίας του μισθού. Με τον τρόπο αυτό υπονομεύει την ανάγκη ύπαρξης συλλογικών ρυθμίσεων που εγγυάται  ο επικουρικός μηχανισμός της διαιτησίας του ΟΜΕΔ και απωθεί τη ρύθμιση των όρων εργασίας από το συλλογικό, στο προνομιακό για τον εργοδότη πεδίο διαπραγμάτευσης , δηλαδή την ατομική σύμβαση.

 

Για όλους τους παραπάνω λόγους η ΓΣΕΕ ζητεί την άμεση απόσυρση της τροπολογίας και την ουσιαστική και πλήρη συμμόρφωση με το σκεπτικό και το διατακτικό της Απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

                                      Με τιμή

     Ο Πρόεδρος                                         Ο Γεν. Γραμματέας

   Γιάννης Παναγόπουλος                                Νικόλαος Κιουτσούκης

 

πηγή: http://www.gsee.gr/

Πρόσθετες πληροφορίες